«Αν κάποιος διαπράξει απάτη στην Ελλάδα, επιστρέφει τα χρήματα και μένει ελεύθερος. Πώς είναι δυνατόν αυτό;» Η Λάουρα Κοβέσι, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δεν έκρυψε το σοκ της κατά τη διάρκεια του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. Το γεγονός ότι οι δράστες απάτης μπορούν να επιστρέψουν τα κλεμμένα και να συνεχίζουν τη ζωή τους ανενόχλητοι, χτυπά καμπανάκι για τη δικαιοσύνη στη χώρα.
Η Κοβέσι αναφέρθηκε στον ΟΠΕΚΕΠΕ —τον οργανισμό που θα έπρεπε να επιβλέπει τις επιδοτήσεις— χαρακτηρίζοντάς τον “ακρωνύμιο διαφθοράς, νεποτισμού και πελατειακών σχέσεων”. Αυτή η δήλωση δεν είναι τυχαία. Στην Ελλάδα, η πολιτική ευθύνη έχει γίνει ένα βαρύ φορτίο που πολλοί δεν θέλουν να αναλάβουν.
«Δεν σημαίνει ότι είναι ένοχοι. Είναι ένα βήμα υποχρεωτικό για μας ώστε να μπορέσουμε να συνεχίσουμε την έρευνα», είπε η Κοβέσι σχετικά με την ανάγκη άρσης ασυλίας 13 βουλευτών. Και ενώ η διαδικασία αυτή φαίνεται αναγκαία, η πραγματικότητα είναι ότι οι πολίτες συνεχίζουν να καταθέτουν καταγγελίες — πολλές από αυτές φτάνουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Η Κοβέσι τόνισε επίσης την ανάγκη ενίσχυσης των πόρων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις αυξανόμενες απαιτήσεις. «Η ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι κόκκινη γραμμή», πρόσθεσε, αναγνωρίζοντας πως η Ελλάδα αντιστοιχεί περίπου στο 5% των υποθέσεων που χειρίζεται η EPPO.
Αυτή η κατάσταση εγείρει ερωτήματα —πολύ σοβαρά— σχετικά με το νομικό πλαίσιο που διέπει τις υποθέσεις διαφθοράς στη χώρα. Πώς μπορεί μια κοινωνία να προχωρήσει μπροστά όταν οι δράστες παραμένουν ατιμώρητοι; Απαντήσεις δεν υπάρχουν ακόμη, αλλά η πίεση μεγαλώνει.
Η Κοβέσι είναι αποφασισμένη να προχωρήσει με τις έρευνες. «Η EPPO επιδιώκει ενιαία εφαρμογή του νόμου», δήλωσε με σιγουριά. Αυτό δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης —είναι θέμα αξιοπιστίας για τις ευρωπαϊκές θεσμικές δομές.
Καθώς οι εξελίξεις συνεχίζονται, όλοι περιμένουμε την επόμενη κίνηση. Η πολιτική σκηνή στην Ελλάδα θα πρέπει να αντιδράσει —και γρήγορα— αν θέλει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών.