Το Μεγάλο Σάββατο, στις 11 Απριλίου 2026, η ατμόσφαιρα στα Ιεροσόλυμα ήταν γεμάτη προσμονή καθώς οι πιστοί συγκεντρώνονταν για την τελετή αφής του Αγίου Φωτός. Η τελετή αυτή, που πραγματοποιείται κάθε χρόνο, έχει βαθιές ρίζες στην παράδοση και συγκεντρώνει χιλιάδες πιστούς από όλο τον κόσμο.
Στις 12 το μεσημέρι, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος, με 33 λαμπάδες στο χέρι, απηύθυνε το γνωστό μήνυμα «Δεύτε λάβετε φως» στους συγκεντρωμένους. Η φωνή του αντήχησε μέσα στον Ναό της Αναστάσεως, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα κατάνυξης και ελπίδας.
Η ελληνική αποστολή, που είχε ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα για να παραλάβει το Άγιο Φως, συμμετείχε ενεργά στην τελετή, η οποία συγκέντρωσε τουλάχιστον 2.700 άτομα. Η είσοδος στο Ναό επιτράπηκε σε 2.750 άτομα με ειδικό βραχιολάκι, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της στιγμής για τους πιστούς.
Αμέσως μετά την τελετή, η ελληνική αποστολή προετοιμάστηκε για την επιστροφή του Αγίου Φωτός στην Αθήνα. Η ειδική πτήση αναμενόταν να φτάσει περίπου στις 18:30 – 19:00, με το Άγιο Φως να μεταφέρεται σε όλη την Ελλάδα μέσω 18 προγραμματισμένων ειδικών αεροπορικών πτήσεων.
Ο Γιάννης Λοβέρδος, εκπρόσωπος της αποστολής, δήλωσε: «Απόψε το βράδυ όλοι θα κάνουν Ανάσταση με το Άγιο Φως», ενισχύοντας την αίσθηση της κοινότητας και της ενότητας που προσφέρει αυτή η παράδοση.
Η τελετή αφής του Αγίου Φωτός δεν είναι απλώς μια θρησκευτική εκδήλωση, αλλά μια στιγμή που ενώνει τους πιστούς, προσφέροντας ελπίδα και ανανέωση. Η σημασία της είναι αναμφισβήτητη, καθώς οι άνθρωποι από διάφορες γωνιές του κόσμου συγκεντρώνονται για να συμμετάσχουν σε αυτή τη μοναδική εμπειρία.
Η φετινή τελετή, όπως και οι προηγούμενες, υπενθυμίζει την πνευματική κληρονομιά που διατηρείται ζωντανή μέσα από τις γενιές και την αφοσίωση των πιστών. Η αναμονή για την επιστροφή του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα είναι γεμάτη συναισθήματα και προσδοκίες.
Με την ολοκλήρωση της τελετής, οι πιστοί αναχωρούν με τις λαμπάδες τους, έτοιμοι να γιορτάσουν την Ανάσταση, μεταφέροντας το Άγιο Φως στα σπίτια τους και στις κοινότητές τους. Η παράδοση αυτή συνεχίζει να ζει και να εμπνέει, ενισχύοντας τους δεσμούς της πίστης και της αλληλεγγύης.